Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Η Εμφάνιση του αγίου Σπυρίδωνα στην Καντάρα της Αιγύπτου σε Κόπτη Χριστιανό το 2009



Ο άγιος Σπυρίδωνας πολλές φορές βγαίνει από την εκκλησιά του στην 
Κέρκυρα, που είναι το λείψανό του, και γυρίζει τη θάλασσα και τη στεριά, για να κάμει καλά και να βοηθήσει εκείνους που τον επικαλούνται. Γι' αυτό χαλάει τα υποδήματά του, και είναι αναγκασμένοι να του τ' αλλάζουν κάθε τόσο.
Με τη βοήθεια και τη χάρη του Θεού αλλά και τη συμπαράσταση του χριστιανικού κόσμου, στις 12-12-2010 τελέσθηκαν τα εγκαίνια του ανοικοδομηθέντος Ιερού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος Καντάρας, αφού ολοκληρώθηκαν και οι τελευταίες εργασίες ανακατασκευής του.
« Η παλιά εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος στην Καντάρα, η οποία ανεγέρθηκε το 1925 και καταστράφηκε με τους βομβαρδισμούς.
Η εκκλησία τελικά με προσπάθεια των παροίκων του Πορτ Σάιντ και Πορτ Φουάτ που διαμένουν στην Αθήνα ανοικοδομήθηκε, τα εγκαίνιά της έγιναν τον Δεκέμβριο του 2010.»
Η ιστορία του Ιερού Ναού ξεκινά το 1925 με την ανέγερσή του επί Πατριάρχου Αλεξανδρείας Φωτίου Β', προκειμένου να εξυπηρετεί τις λατρευτικές και λοιπές ανάγκες των Ελλήνων Χριστιανών της Κοινότητος Καντάρας.
Με τον εκπατρισμό των Ελλήνων το 1964, η Κοινότητα διαλύθηκε και συγχωνεύθηκε με την αντίστοιχη Ελληνική του Πορτ Σάιτ γεγονός που είχε άμεσο αντίκτυπο στον Ιερό Ναό, που ουσιαστικά έμεινε απροστάτευτος και λεηλατήθηκε ο εξοπλισμός του.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1967, επήλθε το τελειωτικό «χτύπημα» στον Ναό καθώς κατεστράφη ολοσχερώς από τους βομβαρδισμούς των ισραηλινών αεροσκαφών κατά τη διάρκεια του πολέμου των έξι ημερών μεταξύ αυτών και των Αιγυπτίων.
Επί σαράντα τρία ολόκληρα χρόνια οι αγωνιώδεις προσπάθειες των Θεοφιλεστάτων Επισκόπων για την ανοικοδόμηση του Ναού δεν απέδωσαν καρπούς, καθώς η περιοχή που βρίσκεται αυτός έχει χαρακτηρισθεί ως «στρατιωτική ζώνη» και ως εκ τούτου δε δινόταν η σχετική άδεια από τις αιγυπτιακές αρχές.
Επιπλέον είχε αποφασισθεί διά νόμου η διεύρυνση της Διώρυγας του Σουέζ, η οποία απέχει μόλις τριακόσια μέτρα από τον Ναό, γεγονός που εκ των πραγμάτων δυσχέρανε ακόμη περισσότερο το έργο της τοπικής Εκκλησίας για την ανακατασκευή του.
Στο σημείο αυτό λοιπόν, κι ενώ η κατάσταση φαινόταν να έχει περιέλθει σε αδιέξοδο, ο Άγιος Σπυρίδων έκανε το θαύμα του. Κατόπιν αμέτρητων και χρονοβόρων διαβουλεύσεων διαρκείας δέκα και πλέον μηνών δόθηκε η πολυπόθητη, οριστική και αμετάκλητη άδεια ανακαινίσεως από το αρμόδιο Υπουργείο στις 29 Οκτωβρίου 2009, και άρχισαν οι εργασίες ανοικοδόμησης του Ναού εκ θεμελίων σχεδόν, καθώς και των κτισμάτων γύρω από αυτόν.

Έτσι λοιπόν φθάσαμε στις 12-12-2010, όταν προεξάρχοντος του Μακαριωτάτου Πατριάρχου κ.κ. Θεοδώρου Β', επισήμων Πολιτικών και Στρατιωτικών του αιγυπτιακού κράτους, του Έλληνα Πρέσβη, αλλά και πλήθους ευσεβών προσκυνητών, ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Πηλουσίου Γέρων Καλλίνικος είχε την τιμή και τη χαρά να απευθύνει χαιρετισμό σε όλους κατά τα εγκαίνια του νεοανοικοδομηθέντος Ιερού Ναού.
Η εμφάνιση του Αγίου Σπυρίδωνα σε Κόπτη Χριστιανό
Κατά την ομιλία του, ανάμεσα σε εκφραζόμενες ευχαριστίες και αναφορές για τα πεπραγμένα των παρελθόντων μηνών, ο Σεβασμιότατος συγκινημένος, αποκάλυψε στους παρευρισκομένους ένα θαυμαστό γεγονός που συνέβη κατά τη διάρκεια των εργασιών ελαιοχρωματισμού του εσωτερικού του Ναού, με το οποίο μπορούμε να πούμε ότι επισφραγίστηκε η θεϊκή παρέμβαση στην αποπεράτωση του τιτάνιου αυτού έργου με την εμφάνιση του Αγίου Σπυρίδωνος.
Ο Σεβασμιότατος τότε παρουσίασε στους προσκυνητές τον χριστιανό της Κοπτικής Εκκλησίας κ. Maged ο οποίος εργαζόταν στον Ιερό Ναό ως ελαιοχρωματιστής και ξεκίνησε την αφήγηση του θαυμαστού συμβάντος:
«Ένα βράδυ ο νυκτοφύλακας του Ναού κ. Ιsak βλέποντας ότι ο Maged επρόκειτο να εργασθεί ως αργά τη νύκτα τού ζήτησε ως χάρη να πάει να κοιμηθεί λίγο στο σπίτι του για να ξεκουραστεί.
Ο Maged, δεδομένου ότι είχε πολύ δουλειά να φέρει εις πέρας, συμφώνησε και έμεινε μόνος του στον Ναό κλειδώνοντας όλες τις πόρτες.
Περίπου στις 3:00 πμ κι ενώ βρισκόταν στη σκαλωσιά και ελαιοχρωμάτιζε την οροφή του Ναού, εμφανίστηκε στην πόρτα του Ναού ένας γέροντας με άσπρη γενειάδα φορώντας κατάλευκα ενδύματα.
Κατάπληκτος ο Maged τον ρώτησε από πού πέρασε και τί γύρευε στον Ναό τέτοια περασμένη ώρα, χωρίς όμως να λάβει κάποια απάντηση. Προκειμένου να λυθεί η απορία του ο ελαιοχρωματιστής κατέβηκε από τη σκαλωσιά και κατευθύνθηκε προς το μέρος του Γέροντος για να τον συναντήσει. Τη στιγμή εκείνη όμως ο Γέροντας έγινε άφαντος.»
Ερχόμενος αργότερα ο νυκτοφύλακας και βλέποντας προβληματισμένο τον ελαιοχρωματιστή ζήτησε να μάθει τι συνέβη. Ο Maged τότε του λέει: «Λένε ότι η Εκκλησία αυτή είναι του Αμπούνα Σπύρου» (στα αραβικά Αμπούνας θα πει Ιερεύς, Παπάς) και συνεχίζει «Θέλω να μου δείξεις μία φωτογραφία του, μία εικόνα του».
Τότε ο νυκτοφύλακας του πήγε μία εικόνα του Αγίου. Βλέποντάς την ο Maged δεν άντεξε. Καλύπτοντας με τα χέρια του το πρόσωπό του ξέσπασε σε λυγμούς αναγνωρίζοντας στην εικόνα που είχε μπροστά του τη μορφή του Γέροντα που παρουσιάστηκε μπροστά του κατά τη διάρκεια της νύκτας.
Μ’ αυτή τη μοναδική του εμφάνιση λοιπόν ο Θαυματουργός Άγιος επισφράγισε τη θεϊκή συμβολή στην πραγμάτωση, επιτέλους μετά από κοπιώδεις αγώνες δεκαετιών, της εκ θεμελίων ανοικοδόμησης του Ιερού Ναού του προς δόξαν Θεού και ανακούφιση των χριστιανικών ψυχών.
Δεν ήταν λιγοστά τα θαύματα του αγίου Σπυρίδωνος…
Η πανούκλα και ο άγιος Σπυρίδωνας: Όταν ήταν πανούκλα στην Κέρκυρα, στα 1825 και '16, εφάνη μια φορά στον αέρα ένας καλογεράκος με τη σκούφια του να κυνηγά ένα θηρίο και να το χτυπά μ' ένα μεγάλο σταυρό. Ο καλογεράκος ήταν ο άγιος Σπυρίδωνας και το θηρίο η πανούκλα. Ήταν σα λιοντάρι και μαϊμού μαζί, κι είχε φτερά σαν της νυχτερίδας. Στο κάπο - Σίδερο την ανάγκασε ο άγιος, χτυπώντας την με το σταυρό, να κάμει σταυρό στο βράχο και να ορκιστεί να μην ξαναπατήσει στην Κέρκυρα. Και ο σταυρός είναι τος ακόμη.»
Θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα
Το ραβδί του Ααρών
Μια μέρα, ένας πτωχός με πολυμελή οικογένεια κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του Αγίου Σπυρίδωνα. Πλησίασε τον άγιο και με δάκρυα του ζήτησε ένα δάνειο. Το ήθελε για να πληρώσει κάποιο χρέος του σ' ένα πλούσιο, που απειλούσε να του πωλήσει το σπίτι του. Πού να βρει όμως ο άγιος ένα τόσο μεγάλο ποσό;
Στον πόνο που του δημιουργούσαν τα πικρά δάκρυα του πτωχού, που από τη θλίψη σπάραζε, ο στοργικός επίσκοπος καταστενοχωρημένος άρχισε να βηματίζει. Ξάφνου εκεί μπροστά του, πήρε το μάτι του ένα φίδι να σέρνεται μέσα στην πρασινάδα. Σαν αστραπή πέρασε από τον νου του το ραβδί του Ααρών, που στο παλάτι του Φαραώ τ' αφήκε να πέσει στη γη κι έγινε φίδι. «Ας ήταν, Κύριε, το φίδι αυτό να γινόταν χρυσάφι για τον πτωχό αυτόν οικογενειάρχη, είπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Άς γινόταν χρυσάφι, για να βοηθηθεί το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα σου», ξανάπε και σήκωσε το χέρι. Το φίδι σταμάτησε. Κι ο άγιος έσκυψε και το πήρε. Στο χέρι του το ερπετό μεταμορφώθηκε κι άστραψε τώρα χρυσαφένιο. O πτωχός γεμάτος χαρά πήρε το χρυσάφι κι έτρεξε και το 'δωκε ενέχυρο στον πλούσιο δανειστή.
Όταν αργότερα με τη βοήθεια του Θεού πλήρωσε το χρέος του, ο δανειστής του επέστρεψε το χρυσαφένιο ενέχυρο. Κι ο πτωχός το πήρε και με δάκρυα ευγνωμοσύνης το γύρισε στον άγιο. Αυτός, αφού το έλαβε στα χέρια, έστρεψε τα μάτια στον ουρανό, δόξασε τον Θεό για την άπειρη φιλανθρωπία του κι ύστερα το έρριξε στη γη. Και ώ του θαύματος! Το χρυσάφι έγινε και πάλι φίδι κι έφυγε από μπροστά τους.
«Κυρά μου, μη με εγγίσεις» 
Κάποια άλλη φορά ο Άγιος Σπυρίδωνας, ύστερα από μακρινή οδοιπορία για διδαχή του λαού του μπήκε κουρασμένος στο σπίτι ενός από τους πιστούς του, για να ξεκουραστεί. Στο άκουσμα της είδησης κόσμος πολύς από τα γειτονικά σπίτια στην αρχή κι έπειτα από όλη την κοινότητα έτρεξαν να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του. Ανάμεσα στα πλήθη ήταν και μια αμαρτωλή γυναίκα, που ήρθε κι αυτή να δεί τον άγιο. Κάποια στιγμή μάλιστα έπεσε και κάτω, για να ασπασθεί τα πόδια του.
Με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος ο άγιος, σαν την κοίταξε, γνώρισε αμέσως την αμαρτία της. Χωρίς να τον ακούσει κανένας, με τρόπο γλυκύ και ταπεινό, ψιθύρισε στη γυναίκα: «Κυρά μου, μη με εγγίσεις». Εκείνη όμως επέμενε. Και τότε ο άγιος με αυστηρότητα φανέρωσε μπροστά σε όλους την αμαρτία της. 
Η γυναίκα θαύμασε και με συντριβή καρδιάς έσκυψε κι άρχισε με δάκρυα να ζητά το έλεος του Θεού. Μπροστά στη μετάνοια της ο στοργικός πατέρας της είπε με συγκίνηση τα λόγια εκείνα, που κάποτε ο ίδιος ο Κύριος απηύθυνε σε μια τέτοια αμαρτωλή: «Θάρσει, θύγατερ. φέωνται σοι α μαρτίαι».
«Πήγαινε στο καλό και πρόσεχε μελλοντικά.»
Με τον τρόπο του ο άγιος βοήθησε την αμαρτωλή εκείνη γυναίκα να μετανοήσει. Αλλά κι έδωκε ένα μάθημα σε όλους. Μόνο η μετάνοια η ειλικρινής ξεπλένει την ψυχή και αποκαθιστά τον άνθρωπο στη θέση την τιμητική, να είναι παιδί του Θεού.
Ο άγνωστος οδοιπόρος
Ο άγιος κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή συνήθιζε να νηστεύει απόλυτα. Δεν έτρωγε τίποτα, ούτε αυτός ούτε κι η κόρη του. Κάποια βραδιά, σε περίοδο νηστείας, ένας άγνωστος οδοιπόρος κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του. 
Ο άγιος έσπευσε με προθυμία να του ανοίξει και να τον υποδεχθεί. Του πρόσφερε νερό να ξεπλυθεί και πήγε να βρει κάτι, για να του δώσει να δειπνήσει. Κοίταξε παντού, μα τίποτα δεν βρήκε. Ούτε ψωμί δεν είχε. Στην αμηχανία του ο άγιος θυμήθηκε πώς σε κάποια γωνιά βρισκόταν κρεμάμενο ένα κομμάτι διατηρημένο χοιρινό κρέας από τις ημέρες της κρεοφαγίας. Χωρίς να χάσει καιρό, φώναξε την κόρη του να ψήσει λίγο για τον φιλοξενούμενο τους. Η κόρη ετοίμασε το τραπέζι. Έβαλε πάνω το ψητό κρέας και κάλεσαν τον ξένο να φάγει. 
Ο ξένος, σαν είδε το προσφερόμενο, αρνήθηκε να το δοκιμάσει λέγοντας: «Δέσποτα μου, συγχώρεσε με. Νηστεύω. Είμαι χριστιανός». «Ναί! παιδί μου», είπε ο άγιος, «κι εγώ νηστεύω. Είμαι κι εγώ χριστιανός. Μα μια και δεν έχουμε τίποτε άλλο στο σπίτι κι εσύ πρέπει να τονωθείς ύστερα από την τόση οδοιπορία, θα φας από αυτό που βρίσκεται. Να! εγώ καταλύω πρώτος τη νηστεία. Φάγε, παιδί μου, να τονωθείς». Κι ο άγιος, για να ενθαρρύνει τον ξένο, έφαγε κι έδωσε και σ' εκείνο λέγοντας του. «Πάντα καθαρ τος καθαροίς, θεος πεφήνατο Λόγος». Την άλλη μέρα φυσικά συνέχισε και πάλι τη νηστεία του.
Το περιστατικό αυτό δείχνει την πλατιά αντίληψη του αγίου για τη νηστεία, που είναι κι η μόνη ορθή. «Τ
Σάββατον γένετο δι τν νθρωπον οχ νθρωπος δι τ Σάββατον».
Οι κλέφτες
Μια βραδιά, την ώρα που όλοι ησύχαζαν, μερικοί κλέφτες μπήκαν στη μάνδρα, που ήσαν τα πρόβατα που έτρεφε ο άγιος για τις ανάγκες των πτωχών του, για να κλέψουν μερικά. Ξεχώρισαν αυτά που ήθελαν και δοκίμασαν να φύγουν. Άδικα, όμως, προσπαθούν να κινηθούν προς την έξοδο. Τα πόδια και τα χέρια τους δέθηκαν αόρατα από Εκείνον, που όλα τα βλέπει και τα παρακολουθεί, Όλο το βράδυ άγρυπνοι αγωνίζονταν χωρίς να κατορθώσουν αυτό που ήθελαν.
Όταν ξημέρωσε και πήγε ο άγιος στη μάνδρα και τους είδε σε κείνα τα χάλια, τους σπλαγχνίστηκε. Τους μίλησε με καλοσύνη και τους συνέστησε να μην επαναλάβουν αυτή την πράξη. Κι εκείνοι ντροπιασμένοι και καταστενοχωρημένοι του το υποσχέθηκαν. Τους έλυσε τα δεσμά, με τα οποία ήσαν δεμένοι, τους ευλόγησε και τους απέλυσε. Την ώρα, που έφευγαν, τους έδωσε κι ένα κριάρι για «τον κόπο της αγρυπνίας». Πόσο δίκαιο έχει ο λαός μας όταν λέγει: «Αγαπά ο Θεός τον κλέφτη· αγαπά όμως και τον νοικοκύρη». Ο Πανάγαθος «θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
Ανομβρία και πείνα
Στις αρχές του 17ου αιώνα μΧ. μια τρομερή ανομβρία κτύπησε τα νησιά του Ιόνιου Πελάγους. Ιδιαίτερα τη νήσο Κέρκυρα. Η δύναμη που κρατούσε κι εξουσίαζε τα νησιά με τους πολέμους που διεξήγαγε εδώ κι εκεί, δεν εύρισκε καιρό να σκεφθεί τους δουλοπάροικους της. Ο λαός πεινά. Υποφέρει. Πλησίαζε και το Πάσχα, η Λαμπρή. Πώς θα περνούσε ο κόσμος τέτοιες μέρες χωρίς ψωμί; Στις δύσκολες αυτές ώρες όλοι θυμούνται τον Θεό. «Η παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα» φωνάζει κι ο λόγος του Θεού. Στην εκκλησία που φυλάγεται το λείψανο του αγίου, ο λαός αγρυπνεί και παρακαλεί. Οι ιερείς ψέλνουν την παράκληση του αγίου. Κι η απάντηση έρχεται τάχιστα.
Το Μέγα Σάββατο τρία πλοία φορτωμένα με σιτάρι πλέουν προς την Ιταλία. Όταν περνούσαν την Κέρκυρα, οι ναύτες βλέπουν ξαφνικά και των τριών πλοίων την πλώρη να στρέφεται πλάγια και προς τον βοριά, όπου ήταν η νήσος. Ο αέρας αλλάζει κατεύθυνση και τα βοηθά. Ένας γέροντας ρασοφόρος προχωρεί μπροστά, λες και τους δείχνει τον δρόμο. Και μια φωνή δυνατή ακούεται και επαναλαμβάνεται πολλές φορές. 
«Προς την Κέρκυρα. Πεινούν εκεί οι άνθρωποι. Θα πληρωθείτε. Θα πληρωθείτε. Προς την Κέρκυρα».
Σε λίγο, τα καράβια φτάνουν στο λιμάνι. Τα έφερε ο άγιος. Ρίχνουν τις άγκυρες και καλούν τον κόσμο να τρέξει να πάρει αυτά που ποθούσε κι είχε τόση ανάγκη. Να πάρει αυτό που στηρίζει την καρδιά του ανθρώπου. Να πάρουν το σιτάρι για να φτιάξουν το ψωμί. Δεν πέρασε πολλή ώρα και το λιμάνι γέμισε από κόσμο. Τα σακιά με τον ξανθό θησαυρό σέρνονται στην ακρογιαλιά και διαμοιράζονται. Οι καρδιές πανηγυρίζουν. Τα δάκρυα του πόνου μεταβάλλονται με μιας σε δάκρυα χαράς. Δοξολογίας και χαράς, μα κι ευγνωμοσύνης στον Μεγάλο Πατέρα, τον Πανάγαθο Θεό και τον προστάτη κι ακοίμητο φρουρό άγιο.
Η Ενετική Κυβέρνηση με θέσπισμά της όρισε κάθε Μεγάλο Σάββατο να γίνεται λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος του αγίου, για να θυμάται πάντα ο λαός το μεγάλο αυτό θαύμα της σωτηρίας του από την πείνα.
Το «Θανατικό» της πανώλης (πανούκλα) (ΠρωτοΚύριακο Νοεμβρίου)
Γύρω στα 1629-30 μΧ καινούργια δοκιμασία έπληξε το ευλογημένο νησί της Κέρκυρας. Αρρώστια μεταδοτική και θανατηφόρα, το κτύπησε αυτή τη φορά χωρίς διάκριση και έλεος. Ήταν πανώλης (πανούκλα). Άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, πλούσιοι και πτωχοί προσβάλλονται καθημερινά από την επάρατη νόσο και πεθαίνουν τόσο στην πόλη, όσο και στην ύπαιθρο, τα χωριά.
Η διοίκηση του νησιού με τα πρώτα κρούσματα σπεύδει να ψηφίσει και να διαθέσει ένα τεράστιο ποσό, για να περιορίσει την εξάπλωση της αρρώστιας. Άδικα όμως αγωνίζεται. Σε λίγο καιρό η ωραία Κέρκυρα πάει να ερημώσει. Τα καταστήματα τόσο στην πόλη, όσο και στα μεγάλα κέντρα έχουν κλείσει. Η αγορά νεκρώθηκε. Οι δρόμοι έχουν αδειάσει. Μονάχα μερικά αλογοσυρόμενα κάρα κινούνται κάπου - κάπου φορτωμένα με πτώματα για να μεταφέρουν το μακάβριο φορτίο τους έξω από την πόλη για ταφή σε ομαδικούς τάφους. Εικόνα τραγική παρουσιάζει ολόκληρο το νησί.
Κάποια μέρα στη συμφορά αυτή την κοσμογονική ο πιστός και πονεμένος λαός παρά τις συστάσεις των ιατρών να αποφεύγει τον συνωστισμό, τολμά και σπεύδει να κατακλύσει τον ιερό ναό του αγίου και με συντριβή ψυχής και δάκρυα καυτά να ζητήσει τη μεσιτεία του.
Κι η σωτηρία δεν αργεί. Προσφέρεται γρήγορα και πλούσια.
Ο ιστορικός της Κέρκυρας Ανδρέας Μάρμορας που ζούσε Τότε, μας λέγει, πως η τρομερή επιδημία, παρά την έλλειψη σχετικών φαρμάκων, σε λίγο περιορίστηκε στο ελάχιστο και μέχρι την Κυριακή των Βαΐων σταμάτησε τελείως. Όλες τις νύκτες κατά τις οποίες η πόλη δοκιμαζόταν από την αρρώστια, πάνω από το ναό του αγίου φαινόταν κάτι σαν φως μιας υπερκόσμιας κανδήλας. Ήταν το σημάδι πως ο άγιος αγρυπνούσε και φρουρούσε τον λαό του. Έτσι το εξήγησαν οι πιστοί. Το φως το έβλεπαν συνέχεια οι νυχτερινοί σκοποί των φρουρίων.
Η τρομερή αυτή επιδημία, η πανώλης, παρουσιάστηκε και δεύτερη φορά στην Κέρκυρα μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το 1673 μΧ Και τούτη τη φορά η αρρώστια ξαπλώθηκε γρήγορα σε πόλεις και χωριά. Τα κρούσματα υπήρξαν πάμπολλα. Το δρεπάνι του θανάτου θέριζε κι αυτή τη φορά καθημερινά ένα μεγάλο αριθμό από τους κατοίκους.
Στις παρακλήσεις του λαού του ο θαυματουργός άγιος έσπευσε να ανεβάσει και πάλι στον θρόνο της θείας Μεγαλωσύνης, τη συντριβή και τα δάκρυα του πιστού λαού μαζί με τα δικά του και να εκζητήσει και να λάβει τάχιστα το ουράνιο έλεος και τη σωτηρία του. Τα λόγια του Πνεύματος του Θεού «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με» , βρήκαν και στην περίπτωση αυτή πλήρη την εφαρμογή τους. Στις ικεσίες του θείου ιεράρχη και του μετανοημένου λαού η απάντηση δεν άργησε να δοθεί. Τα κρούσματα μέρα με τη μέρα ελαττώθηκαν στο ελάχιστο και τις τελευταίες μέρες του Οκτώβρη σταμάτησαν απότομα. Κι αυτή τη φορά στην κορυφή του καμπαναριού για τρεις νύχτες έβλεπαν οι πιστοί ένα σταθερό φως, και μέσα σ' αυτό το υπερκόσμιο φως, τον θαυματουργό άγιο να αιωρείται και μ' ένα Σταυρό στο χέρι να καταδιώκει ένα κατάμαυρο φάντασμα, την αρρώστια, που προσπαθούσε να αποφύγει τον άγιο και να σωθεί.
Η ευγνωμοσύνη κι οι ευχαριστίες του πιστού λαού υπήρξαν και πάλι μεγάλες. Με θέσπισμα της Ενετικής διοικήσεως καθιερώθηκε από τότε κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να γίνεται πανηγυρική και παλλαϊκή λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος, για να θυμάται ο λαός κι ιδιαίτερα η νέα γενεά τον αληθινό και άγρυπνο προστάτη και Σωτήρα της.
Εκδίωξη των Αγαρηνών το 1715
Ανάμνηση Θαύματος Αγίου Σπυρίδωνα 
(Εκδίωξη των Αγαρηνών το 1715) Μνήμη στις 11 Αυγούστου
Το 1715 μΧ ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα. Και πρώτα - πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία.
Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 μΧ η τουρκική στρατιά με επίκεφαλής τον σκληρό στρατηγό της επέδραμε και πολιόρκησε την πόλη κι απ' την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον ιερό ναό του αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς λαλητούς εκζητούν του προστάτη αγίου τη μεσιτεία. Σαν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορότερα το έργο τους. Απ' την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι' αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία.
Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.
Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές.
Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Η θλίψη, όμως, των στιγμών εκείνων «υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει». Η ελπίδα στον Θεό ουδέποτε στ' αλήθεια ντροπιάζει ή διαψεύδει αυτόν που την έχει. Κι ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Προσεύχεται και πιστεύει πώς ο ακοίμητος φρουρός και προστάτης άγιος του, δεν θα τον εγκαταλείψει.
Στον ιερό ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.
Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ήμερα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σαν αποτέλεσμα της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα.
Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο. Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από που οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ' αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Στο μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε;
Μα δεν το είπαμε; Η ελπίδα στον Θεό «ου καταισχύνει». Δεν ντροπιάζει ποτές εκείνο που την έχει. Και να!
Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διασκόρπισε. Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν «χωρίς διώκον τος». Σωρεία τα πτώματα στην παραλία. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη. Αληθινά! «Τον ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει». Και «αυτή εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». Δηλαδή αυτή είναι η δύναμη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας.
Η Κέρκυρα πανηγυρίζει. Ο πιστός λαός, μαζεμένος στην εκκλησία του αγίου, δοξολογεί τον Θεό και ψάλλει με δυνατή φωνή:
«Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ... δόξα τω ενεργούντι δια σου... Ναι! δόξα στον Παντοδύναμο Χριστό, που σε δόξασε. Δόξα και σε σένα άγιε, που με τη χάρη Του ενεργείς τα τόσα θαύματα σου».
Η ανέλπιστη σωτηρία της νήσου από την εκστρατεία των Τούρκων ανάγκασε κι αυτή την αριστοκρατία των Ενετών, να αναγνωρίσει ως ελευθερωτή της Κέρκυρας τον άγιο Σπυρίδωνα. Και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης να προσφέρει στον ναό μια ασημένια πολύφωτη κανδήλα, και να ψηφίσει ώστε το λάδι που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο για το άναμμα της κανδήλας αυτής, να προσφέρεται από το Δημόσιο. Με ψήφισμα της πάλι η Ενετική διοίκηση καθιέρωσε την 11 Αυγούστου, σαν ημέρα εορτής του αγίου και λιτανεύσεως του ιερού Σκηνώματός Του.
  

 

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Τα διαχρονικά αρχαία Ελληνικά έθιμα " Ηλιούγεννα "



Του Αγίου Σπυρίδωνα (12 Δεκεμβρίου). ... 
Ένα σημαντικό έθιμο να σπείρουν το υπόλοιπο σιτάρι, τις φακές και άλλα όσπρια, ..... ένα κρεμμύδι, ένα σκόρδο, ένα κεχρί, καρπό βαμβακιού κι ένα τσαμπί σταφύλι.
Ένα έθιμο για το καλό του χρόνου να σπείρουμε στο σπίτι για να μας βρει ο καινούργιος χρόνος με ευλογία και να είναι έφορο το σπίτι μας με όλα τα αγαθά.
Τα υλικά που χρειαζόμαστε, τα έχουμε όλα στο σπίτι μας! Δεν είναι τίποτα περίπλοκο
Υλικά
Ένα πλαστικό κεσεδάκι από γιαούρτι ή ένα πήλινο
Βαμβάκι
Φακές ή φασόλια ή σιτάρι
Νερό
Και καθημερινή φροντίδα
Διαδικασία
Παίρνουμε ένα κεσεδάκι από γιαούρτι και κόβουμε τόσο βαμβάκι ώστε να καλύψει τον πάτο του.
Αφού πατήσουμε καλά με το χέρι μας το βαμβάκι, έτσι ώστε να κάτσει λίγο, το βρέχουμε με λίγο νερό.
Παίρνουμε μερικές φακές και τις διασκορπίζουμε πάνω στο βρεγμένο βαμβάκι.
Ύστερα ξανα-ποτίζουμε ώστε το βαμβάκι να έχει αρκετό νερό, αλλά να μην καλύπτει τις φακές (κοινώς να μην γίνει μπλουμ μπλουμ!

Αφήνουμε τις φακές στο παράθυρο και ποτίζουμε μέρα παρά μέρα ή όταν βλέπουμε ότι το βαμβάκι δεν είναι υγρό.
Μετά από τουλάχιστον 3-4 μέρες, οι φακές μας θα αρχίσουν να βγάζουν κλωναράκια.
Τέλος, μην ξεχάσετε να βάλετε ένα χαρτάκι πάνω στο κεσεδάκι με το όνομα σας , για να δούμε ποιός φύτεψε πιο ωραία και θα είναι ο τυχερός της χρονιάς.
Η παράδοση θέλει τους Κερκυραίους την παραμονή της γιορτής του Αγίου Σπυρίδωνα, να κάνουν το βεγιόνι, (την ολονυχτία στην εκκλησία Του).
Για να αντιμετωπιστεί, λοιπόν, η κούραση, η νύστα και η ταλαιπωρία της αγρύπνιας, οι ντόπιοι και οι επισκέπτες τρώνε λουκουμάδες (τις τηγανίτες τ’ Αγίου). Το έθιμο αυτό τηρείται από την γιορτή του Αγίου Δημητρίου (26/10) μέχρι τις 11 του Δεκέμβρη, παραμονή της γιορτής του Αγίου Σπυρίδωνα. 
Όλες αυτές τις μέρες τα καντούνια πλημμύριζαν από το λαχταριστό άρωμα των φρέσκων λουκουμάδων! 
Οι λουκουμάδες είναι ένα γλύκισμα του οποίου η ονομασία προέρχεται από την τούρκικη λέξη «lokma» και οι ρίζες του χάνονται στα βάθη των αιώνων και γενικώς του χρόνου και πιθανόν το πρώτο τέτοιου είδους γλυκό να το έφτιαξαν οι Ρωμαίοι, και να του έδωσαν το όνομα “scribita”.

Οι στοχασμοί και οι προσδοκίες ανθρώπων



Κάθε φορά που μπαίνει ο Δεκέμβριος θεωρητικά νοσταλγούμε την 
πολυπόθητη μέρα που θα έρθει ο Λυτρωτής για να γεννηθεί μέσα στις καρδιές μας. Ο Θεός κατεβαίνει, Ο άνθρωπος ανεβαίνει για να συναντήσει τον προσωπικό του πλέον Λυτρωτή Χριστό. Σ’ αυτήν την φρικτή και μεγαλειώδη συνάντηση κανένας δεν μπορεί να μείνει απαθής και ασυγκίνητος. Δυστυχώς όμως η φιλοσοφία του κόσμου, ο τρόπος ζωής του, οι στοχασμοί και οι προσδοκίες του δεν εστιάζονται στον πλούτο της φτώχιας της φάτνης της Βηθλεέμ. Άλλα οραματίζεται, άλλα σκέφτεται, για άλλα ενδιαφέρεται. Το πνευματικό περιεχόμενο τον αφήνει ασυγκίνητο. Αρέσκεται και είναι ευχαριστημένος με τα στολίδια και τα φώτα, με τις πλούσιες αγορές, τις ξέφρενες διασκεδάσεις και τα προγραμματισμένα ταξίδια του.
Ήταν κάποτε η γειτονιά και οι άνθρωποι ήταν απλοί, όλο καρδιά και χαμόγελα. Άνοιγαν τα παράθυρα το πρωί κι έλεγαν ο ένας στον άλλο καλημέρα. Τα παιδιά έπαιζαν ανέμελα στους δρόμους και τις αλάνες. 
Η χαρά πολλαπλασιαζόταν με τους πολλούς κι ο πόνος ήταν μικρότερος… Έφυγε η γειτονιά κι ήρθε η πολυκατοικία με τους πενήντα ή τους εκατό ίσως και διακόσιους στοιβαγμένους. Οι άνθρωποι ήρθαν πράγματι πολύ κοντά, γειτόνευσαν πόρτα με πόρτα, μα οι καρδιές τους έκαμαν φτερά και πέταξαν πολύ μακριά. Ίσως το μόνο που τους ενώνει είναι η κοινή είσοδος και έξοδος ή η πόρτα του ασανσέρ.
Να κατηγορήσουμε και τη «μηχανή» που με τα προϊόντα της πάγωσε τις οικογενειακές και προσωπικές σχέσεις. Οικογένεια; Υπάρχει ακόμη. Απόδειξη η φωτογραφία στο σαλόνι και τα πληθωρικά άλμπουμ επάνω στα τραπεζάκια έτσι απλά για να μην ξεχνιόμαστε. Παιδιά; Ένα έως κανένα. Πολλά τα δύο. Ηλικιωμένοι γονείς; Ευτυχώς που υπάρχουν τα γηροκομεία και τους παρκάραμε μόνιμα εκεί. Φιλία; Ξεπερασμένο πράμα. 
Μόνο το συμφέρον υπάρχει, άλλωστε σπάνια πλέον άνθρωπος εμπιστεύεται άνθρωπο. Κι ύστερα καυχιόμαστε για τον πολιτισμό μας, που ανελέητα έδωσε το προβάδισμα στην ύλη και ισοπέδωσε την ηθική. Εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν από πείνα μέσα σε αυτήν την υπερπαραγωγή των αγαθών και αλίμονο εκατομμύρια σκοτώνουν οι γονείς τους πριν γεννηθούν ακόμα. Όλο και πιο πολλούς άστεγους, φτωχούς, άνεργους, ναρκομανείς και πολεμοδαρμένους δημιουργεί κάθε μέρα ο πολιτισμός μας. Εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν από πείνα μέσα σε αυτήν την υπερπαραγωγή των αγαθών και αλίμονο εκατομμύρια σκοτώνουν οι γονείς τους πριν γεννηθούν ακόμα. Όλο και πιο πολλούς άστεγους, φτωχούς, άνεργους, ναρκομανείς και πολεμοδαρμένους δημιουργεί κάθε μέρα ο πολιτισμός μας. Και όμως! Εις πείσμα όλων αυτών περιμένουμε Χριστούγεννα. 
Γιατί το βρέφος που ανεκλήθη στη φάτνη της Βηθλεέμ από την Παρθένο Μητέρα του είναι ο παντέλειος Θεός. Αυτή είναι η πραγματικότητα της πίστης μας. Θαύμα τρισμέγιστο και συγκατάβαση θεϊκή. Τούτος ο στοχασμός μας οδηγεί αβίαστα στη δική μας υποχρέωση. Αν η δική μας καρδιά ταπεινωθεί και δεχθεί την ταπεινή επίσκεψη του Θεού στο σκοτεινό της σπήλαιο, τότε φωτίζεται ο νους και χαίρεται και σκιρτά. Καταλαβαίνει τότε το νου των αγγέλων, που καθώς βλέπουν την ταπείνωση του Θεού κατανοούν βαθύτερα το μεγαλείο Του και ψάλλουν τον πάντα διαχρονικό και επίκαιρο ύμνο… και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία. Περιμένουμε Χριστούγεννα…. Είναι μέρες που βιαζόμαστε πολύ, ένας ρυθμός πιο γοργός μας στροβιλίζει στους δρόμους μας, στα μονοπάτια μας. Περιμένουμε κάτι καινούριο στη ζωή μας. Πιο πολύ φως. Περισσότερη χαρά. Περιμένουμε μια αλλαγή που θα κάνει στο βίο μας λιγότερο το μόχθο, λιγότερη τη μιζέρια. 
Και έτσι όμως χαμογελάμε αμήχανα, γιατί ξεχάσαμε το δρόμο που οδηγεί στον «εν ανάγκαις» αδελφό. 
Το δρόμο της φιλανθρωπίας. Ξεχάσαμε κι Εκείνον που πρώτος μας δείχνει αυτό το φωτεινό δρόμο, καθώς φτωχαίνει για να πλουτίσει. Σαν θα έρθει να μας βρει ο Χριστός στο χτύπημα της χριστουγεννιάτικης καμπάνας και πλάι μας θα’ χουν λιγοστέψει τ’ απλωμένα χέρια, θα Τον γνωρίσουμε στο πρόσωπο των φτωχών. Και τότε μεσ’ στην γαλήνη που θα μας χαρίζει η βαθιά μετάνοια κι η μυστική παρουσία του Υιού του Θεού, θα’ μαστε πράγματι πλούσιοι, καινούργιοι, ευτυχισμένοι.
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ.