Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

Μηχανή του χρόνου για την Ελλάδα του 50 – 60



Το ημερολόγιο γράφει 31 Δεκεμβρίου του 1960. Και αφού δεν έχουμε καμία
agenda που να λέει τίποτα για την χώρα, αν και αυτή η πόλη είναι το επίκεντρο της δημοκρατίας και του πολιτισμού. Το μαγικό χαλί θέλει να μας γυρίσει σ αυτά τα ωραία χρόνια, απλά βάζουμε τα καλά μας και παίρνουμε τους δρόμους.
Πώς ήταν όμως η Ελλάδα και συγκεκριμένα η Αθήνα την δεκαετία του '60. Σίγουρα όλοι οι νέοι έχουμε πάρει μια γεύση της από τον παλιό καλό Ελληνικό κινηματογράφο.
Η δεκαετία του ’60 υπήρξε για την Αθήνα ίσως η πιο καθοριστική του 20ου αιώνα που τελειώνει, αφού κατά τη διάρκειά της η πρωτεύουσα αναπτύχθηκε με ξέφρενο ρυθμό, χωρίς σχέδια και προγραμματισμούς, χωρίς σκέψη και οράματα για το μέλλον της, χωρίς κάποιον υπολογισμό των μοιραίων ανατροπών, που θα συνέβαιναν. Τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 είναι από τα πιο συγκλονιστικά της ιστορίας του τόπου μας και έπαιξαν ρόλο στη ζωή της Αθήνας, που γνώρισε εκείνη την περίοδο και τον πιο δυνατό κοινωνικό σεισμό, οι επικίνδυνες δονήσεις του οποίου συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Πώς κυλούσε η καθημερινότητα πριν από περίπου 70 χρόνια στους δρόμους που περπατάμε σήμερα; 
Τι συζητιόταν στα καφενεία; 
Τι έγραφαν τα περιοδικά για τη μόδα; Πώς διασκέδαζαν οι Αθηναίοι πριν από εμάς; Πολλά ερωτήματα , αλλά όλο και κάποιος από εμάς κάτι θυμάται , κάτι σημείωσε στην μικρή κιτρινισμένη του agenda, «ωραίες εποχές, ανέμελες»; Μια ματιά σε μικρές και μεγαλύτερες συνήθειες και στιγμές δύο αθηναϊκών δεκαετιών που σήμερα μοιάζουν πολύ μακρινές αλλά ανθρώπινες.
Πολλοί Αθηναίοι τα καλοκαίρια κοιμούνταν στις ταράτσες.
Τι να θυμηθούμε ή καλά – καλά τι μας διηγούνται καλύτερα οι γιαγιάδες μας που τα γνώρισαν καλύτερα.
Τα πρώτα ηλεκτρικά πλυντήρια, 25 στον αριθμό σε ολόκληρη την πόλη, απάλλαξαν τις νοικοκυρές από το μαρτύριο της σκάφης και πανηγυρίστηκαν δεόντως. Το πλύσιμο τριών οκάδων ρούχων στοίχιζε 12.000 δραχμές, και άλλες 3.000 δραχμές το στέγνωμα.
Μεγάλος σταθμός για τις νοικοκυρές για μια πιο ξεκούραστη εποχή.
Τα σχολεία δεν ήταν δωρεάν: Η εγγραφή κόστιζε από 10 έως 30 χιλιάδες δραχμές, ανάλογα με την σχολική εφορία της κάθε περιοχής, τα εκπαιδευτικά τέλη άλλες 15.000 δραχμές, το σχολικό ταμείο άλλες τόσες και η εκπαιδευτική πρόνοια ένα χιλιάρικο ακόμη. Σύνολο, 66.000 δραχμές για την εγγραφή ενός μαθητή στο σχολείο.
Απλά πόσο προνομιούχοι ήταν αυτή που άντεχαν να πληρώσουν αυτά τα οικονομικά κονδύλια των παιδιών τους για να τους εκπαιδεύσουν και να τους σπουδάσουν. 
Τα εγκλήματα για λόγους τιμής ήταν πολλά. Να ένα πρωτοσέλιδο των αρχών της δεκαετίας: «Το χθεσινόν δράμα τιμής στην οδό Μάρνη. Ετραυμάτισεν εξάκις με σουγιά την ιερόδουλον αδελφήν του. Ο δράστης εδήλωσεν ότι η διαγωγή της απετέλει διά την οικογένειαν στίγμα, που ήθελε να αποπλύνει». Πόσα και πόσα τέτοια άρθρα δεν διαβάσαμε σε παλιές εφημερίδες της εποχής. Δεν έπαυε ποτέ η Ελλάδα να ήταν στο μεταβατικό στάδιο από το χωριό και την άγνοια στον μικρό νέο πολιτισμό. 
Η ανδρική μόδα του 1953 ορίζει: Καπέλο, φαρδείς ώμους, φόδρα ως τη μέση, χρώμα γκρι ελεφάν ή μπλε ελεκτρίκ, φαρδιά πέτα, ελαφρύ ύφασμα, ελάχιστα τονισμένη μέση και σακάκι όχι πολύ μακρύ, αλλά να καλύπτει τον καβάλο.
Βλέπεται και πάλι η τάση της μόδας ξεκινάει από τον ανδρικό πληθυσμό της Ελλάδος. Για μια Ελλάδα με πολλούς ζητιάνους στους δρόμους της πόλης, τους οποίους αργότερα οι εφημερίδες θα χαρακτήριζαν «επαγγελματίες», εμφανίζονταν καλοντυμένοι, και ζητούσαν από έναν περαστικό το αντίτιμο του εισιτηρίου για να πάνε μέχρι το Χαλάντρι ή το Παλαιό Φάληρο, ισχυριζόμενοι ότι τους τελείωσαν τα χρήματα. Το αντίτιμο ήταν μικρό, 2 δραχμές, οπότε πολλοί «τσιμπούσαν», με αποτέλεσμα καθένας από τους επαγγελματίες να μπορεί άνετε να «χτυπήσει» περί τους 300 πελάτες την ημέρα.
Τον Ιούλιο του 1957, τα περιοδικά και οι εφημερίδες  σχολιάζουν τους «θηλυκούς σατανάδες», όπως τις ονόμαζαν τότε τις γυναίκες που κυκλοφορούσαν στο δρόμο με σορτσάκια, και την επίδρασή τους στην καθημερινότητα της πόλης: «Ο συνταξιούχος θα διακόψει το διάβασμα της εφημερίδας του, ο οδηγός θα κόψει ταχύτητα, ο λουστράκος θα χτυπήσει δυνατά τις βούρτσες στο κασελάκι του, ο τροχονόμος θα χάσει για μια στιγμή τον έλεγχο των κινήσεων του και ο συνοδός της συμβίας του θα στρέψει 90 μοίρες προς το μέρος της κοπέλας με το σορτς, με όλο τον κίνδυνο να προκαλέσει την ατέρμονα μουρμούρα της κυρίας του».
Τα αφροδίσια νοσήματα, σύφιλη, βλεννόρροια, κονδυλώματα θερίζουν στα τέλη της δεκαετίας, με τουλάχιστον τρεις εισαγωγές την ημέρα στο νοσοκομείο Ανδρέας Συγγρός. Η έξαρση αποδίδεται στην πενικιλίνη, η χρήση της οποίας διαδόθηκε στην Ελλάδα το 1953, μειώνοντας σχεδόν εξαλείφοντας  τον φόβο των αφροδίσιων, και στον ελλιπή έλεγχο των κοριτσιών που δούλευαν στα κέντρα διασκεδάσεως.
Στην δεκαετία του 60 το αποκριάτικο ξεφάντωμα κρατούσε μέχρι τις 7.00 το πρωί σε ταβέρνες, μπαρ και κοσμικά στέκια. Το «place to be», όμως, ήταν η Αθηναία, το υπόγειο της Πανεπιστημίου, όπου πήγαινε μασκαρεμένη όλη η καλή κοινωνία,  επώνυμοι, κοσμικοί, Αθηναίες γνωστές για την περιπετειώδη ζωή τους και τα ερωτικά τους σκάνδαλα, ακόμα κι αυτός ο ίδιος ο Αριστοτέλης Ωνάσης.
Τα αθηναϊκά θέατρα πέρασαν το 1962 την πρώτη τους μεγάλη κρίση, αφενός λόγω της υπερπροσφοράς (μόνο τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς ανέβαιναν έξι παραστάσεις) αφετέρου λόγω της τιμής του εισιτηρίου και του φιλοδωρήματος που ήταν ανήκουστο να μην πάρει ο ταξιθέτης. Τότε ήταν που καθιερώθηκε για πρώτη φορά η «λαϊκή απογευματινή» παράσταση με το φθηνότερο εισιτήριο.
Ο νόμος περί τεντιμποϊσμού δεν κατάφερνε να επιβάλλει την τάξη, με αποτέλεσμα πρωτοσέλιδα όπως αυτό της 13ης Αυγούστου 1963, «το αυτόφωρον τριμελές πλημμελειοδικείων καταδίκασε εις φυλάκιση 8 μηνών διά τεντιμποϊσμών τον Κ.Χ. ετών 31, οικοδόμον, διότι εντός λεωφορείου της γραμμής Περισσού εθώπευσεν έγγαμον γυναίκα και επετέθη εναντίον του εν πολιτική περιβολή διοικητού του τμήματος Περισσού Γ. Κατσαρού, ο οποίος παρενέβη υπέρ της παθούσης».
Πω πω πω πόσο ωραία ακουγόταν τότε η Ελληνική γλώσσα; Διαβάζαμε εφημερίδες και βιβλία και χρειαζόμασταν λεξικό να καταλάβουμε μικρή τι εννοούσαν.  Ταυτόχρονα υπήρχε μια άλλη διάσταση πραγμάτων, μπορεί να μην υπήρχε δημοκρατία ελευθερίας, αλλά υπήρχε και ασφάλεια που προστάτευε τότε τον πολίτη.  
Υπάρχει ήδη κόσμος που αρχίζει να δυσανασχετεί με την πολυκοσμία και την φασαρία του κέντρου. Σε αγγελία του 1963 διαβάζουμε για πολυτελές ρετιρέ στη Φωκίωνος Νέγρη «που έχει όλη την θέα, αλλά όχι την φασαρία της» με πέντε δωμάτια, γραφείο, μπαρ, βιβλιοθήκες εντοιχισμένες από καρυδιά, κατασκευής Αθηναίος Βαράγκης, που πωλείται προς 2.800 χρυσές λίρες ή ανταλλάσσεται με μονοκατοικία ίσης αξίας στο Ψυχικό ή στη Φιλοθέη.
Βαράγκης, τι μου θύμισε καλλιτέχνης του χειροποίητου επίπλου σε όλη την αριστοκρατία  της τότε Αθήνας.  Δεν υπήρχε σπίτι βορείων προαστίων που δεν υπήρχε και η σφραγίδα του στην διακόσμηση του σπιτιού τους.
Καμία έξοδος σε νυχτερινό κέντρο, κοσμικό ή λαϊκό, καταγώγι, ταβερνάκι ή στέκι εφοπλιστών, δεν ήταν επιτυχημένη αν δεν έσπαγαν τουλάχιστον μερικές εκατοντάδες πιάτα. Ήταν και το σήμα κατατεθέν της Ελλάδος σε όλο το εξωτερικό. Ταξίδευαν από την μακρινή Αμερική και όχι μόνο να γνωρίσουν αυτό το τρελό ξεφάντωμα του έλληνα.
Πόσα ξέρετε για τις γειτονιές της παλιάς Αθήνας; Πού αντηχούσαν κάποτε οι ωραιότερες νυχτερινές καντάδες, και ποιες ήταν οι αριστοκρατικές συνοικίες της πόλης πριν «πάρει τα πάνω του» το Κολωνάκι; Ποιοι ήταν και πώς εξαφανίστηκαν οι κουτσαβάκηδες του Ψυρρή;.
Κατσικάδικα: Στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ακόμα σχεδιαζόταν η Πλατεία Δεξαμενής, το Κολωνάκι αποκαλούταν Κατσικάδικα, και βόρεια της πλατείας δεν υπήρχαν παρά καλύβες βοσκών. Τα κατσικάκια τους, μάλιστα, έφαγαν στην κυριολεξία την πρώτη απόπειρα δεντροφύτευσης του Λυκαβηττού. Όπως και ο Βουρλοπόταμος: Είναι η σημερινή Αμφιθέα, του Παλαιού Φαλήρου, η οποία τότε δανειζόταν το όνομά της από το ρέμα που την διέσχιζε.
Δουργούτι: Απλούστερα γνωστό και ως «τα προσφυγικά του Νέου Κόσμου», 
είναι η γειτονιά πίσω από το Intercontinental της λεωφόρου Συγγρού. Θα την αναγνωρίσετε εύκολα από τις γιγάντιες εργατικές πολυκατοικίες που χτίστηκαν την δεκαετία του ’60, για να αντικαταστήσουν τα (άνευ αποχετεύσεως, νερού και ρεύματος) παραπήγματα που στέγαζαν από το 1922 τους πρόσφυγες από τη Σμύρνη.
Χαυτεία: «Δεν ζη κανείς εις τας Αθήνας αν δεν περνά μίαν τουλάχιστον ώρα την ημέρα εις τα Χαυτεία» 
 Η γειτονιά που πήρε το όνομά της από το καφενείο του Ιωάννη Χάφτα (και άρα έπρεπε να γράφεται Χαφτεία, αντί του Χαυτεία που επικράτησε) αντιστοιχεί αρχικά στα τετράγωνα της Πατησίων από την οδό Βερανζέρου μέχρι τη Σταδίου. Σήμερα, το όνομα χρησιμοποιείται για το κομμάτι της Αιόλου ανάμεσα στην Πανεπιστημίου και τη Σταδίου (ή, για να το θέσουμε απλούστερα, τα τετράγωνα γύρω από το καφεκοπτείο του Λουμίδη).
Το γνωστό σε όλους εμάς Τουρκολίμανο: Κι αυτό θα το έχετε ακουστά, αν γνωρίζετε έστω και έναν Πειραιώτη άνω των 40. Είναι το Μικρολίμανο του Πειραιά, που κάποια στιγμή αποφασίσαμε πως παραέχει πολλά τούρκικα τοπωνύμια. Το Πασαλιμάνι έμεινε, το Τουρκολίμανο όμως έφυγε η ονομασία του.
Κακοσάλεσι: «Στου σπιτ’ στου Κακοσάλες’ δε ματαξαναγυρνώ» τραγουδούσε ο Γιάννης Μηλιώκας τότε που η Αυλώνα αποκαλούταν ακόμα από τους γηραιότερους κατοίκους της με το όνομα που είχε ως το 1927 και το οποίο σήμαινε «κακό πέρασμα», επειδή το ορμητήριο των κλεφτών εκεί δυσκόλευε το πέρασμα των Οθωμανών. Βλέπετε όλα τα ελληνικά ονόματα έχουν τις ρίζες τους και τους λόγους τους που ονομάστηκαν.
Τζιτζιφιές: Η γειτονιά που παλιότερα λεγόταν «Αράπικα» απλώνεται εκεί όπου η Παραλιακή διασταυρώνεται με την λεωφόρο Θησέως. Πήρε το όνομά της από τα ομώνυμα δέντρα που φύτρωναν στην γειτονιά η οποία κάποτε ήταν ολόκληρος συνοικισμός, το 1955 είχε 2.843 κατοίκους. Υπήρξε θρύλος τη δεκαετία του ’70 για τα νυχτερινά κέντρα όπως η Νοσταλγία.
Αέρηδες: Κι όμως, είναι και επίσημα όνομα γειτονιάς, το ποιας γειτονιάς υποθέτουμε το μαντεύετε εύκολα. Είναι εκείνης γύρω από το Λουτρό των Αέρηδων της Αθήνας. Κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα, εδώ ήταν το κέντρο της πόλης, με την κεντρική αγορά και τον στρατώνα όπου στρατοπέδευε ο βαυαρικός στρατός. Το 1904 με Βασιλικό Διάταγμα «περί αλλαγής ονομάτων τοποθεσιών» η γειτονιά μετονομάσθηκε σε συνοικία Αδριανού, όνομα που δεν επικράτησε ποτέ.
Οι γειτονιές της Αθήνας έχουν τις δικές τους ιστορίες.
Η πιο παλιά συνοικία της νέας πόλης, την ονομαζόμενη Ψυρρή, που με τους κατοίκους και τα σπίτια της δίνει μια εικόνα από την κατάσταση της πόλης, όπως ξεπετάχτηκε μέσα από τα ερείπια μετά τον απελευθερωτικό πόλεμο, στην πλαγιά της Ακρόπολης. Εδώ συναντά κανείς παλιούς Αθηναίους, δηλαδή απογόνους εκείνων που κατοικούσαν στην Αθήνα ακόμα πριν από τον απελευθερωτικό πόλεμο.
Τον 19ο αιώνα ήταν η γειτονιά των περιθωριακών τύπων της Αθήνας, των 
κουτσαβάκηδων (όνομα που προήλθε από τον εριστικό δεκανέα του ιππικού της οθωνικής περιόδου, Δημήτρη Κουτσαβάκη), των μόρτηδων από το γαλλικό mort, που σημαίνει νεκρός, επειδή εκτελούσαν χρέη νεκροθάφτη το 1854, όταν ξέσπασε η επιδημία πανούκλας και των τραμπούκων, από τα ομώνυμα κουβανέζικα πούρα που τους κερνούσαν οι υποψήφιοι δημοτικοί άρχοντες για να κερδίσουν την υποστήριξή τους.
Η χαρακτηριστική τους εμφάνιση, με τις αφέλειες, το στριφτό μουστάκι, το μαύρο σακάκι φορεμένο μόνο στο αριστερό χέρι (για να το ξεφορτώνονται εύκολα σε περίπτωση καυγά) και τα μυτερά παπούτσια, έγινε «όπλο» στα χέρια του διευθυντή της Αστυνομίας Δημήτρη Μπαϊρακτάρη, για τον οποίο η Ιστορία θα έγραφε ότι ήταν εκείνος που κατάφερε να τους «νικήσει» εξευτελίζοντάς τους και τελικά να τους εξαφανίσει από την γειτονιά. 
Πρώτα έπληξε τα στέκια τους, τα καφενεία και τις ταβέρνες της περιοχής, εν συνεχεία με μια μεγάλη ψαλίδα έκοβε τις αφέλειες και τα μη φορεμένα μανίκια του σακακιού τους και τέλος τους ανάγκασε με ένα σφυρί να καταστρέψουν οι ίδιοι τα όπλα τους, τα οποία πωλούνταν εν συνεχεία για παλιοσίδερα στην πλατεία Δημοπρατηρίου. Όποιος αρνούνταν, ερχόταν αντιμέτωπος με τον βούρδουλα του Μπαϊρακτάρη κι επειδή «μια ξυλιά με το καμτσίκι είναι αιώνιο ρεζιλίκι», ένας προς έναν προτίμησαν τελικά της φυλακής τα σίδερα που ως γνωστόν «είναι για τους λεβέντες».
Μεταξουργείο , μία από τις δύο πρώτες γειτονιές που αναπτύχθηκαν έξω από το ιστορικό κέντρο στα τέλη του 19ου αιώνα (η άλλη ήταν η Νεάπολη), το Μεταξουργείο υπήρξε μια από τις μεσοαστικές συνοικίες της Αθήνας ως τα μέσα του 20ου αιώνα. Πήρε το όνομά της από το εργοστάσιο μεταξιού που σήμερα στεγάζει την Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, και το οποίο ιδρύθηκε το 1845. Κατοικήθηκε όπως εύκολα θα μάντευε κανείς, αρχικά από τους εργάτες που δούλευαν εκεί, αλλά και σε άλλες βιοτεχνίες της γύρω περιοχής. 
Ήταν, επίσης, η γειτονιά των ιταλών τεχνιτών που έφτιαχναν τα περίφημα καπέλα στο γειτονικό εργοστάσιο του Ηλία Πουλόπουλου, στην Πειραιώς. Εκείνοι ήταν που σχημάτισαν εδώ τις πρώτες χορωδίες, οι οποίες χάρισαν σταδιακά στο Μεταξουργείο την φήμη της γειτονιάς με τις νυχτερινές καντάδες και σερενάτες. Ήταν, επίσης, η γειτονιά των θεάτρων και εκείνη από την οποία ξεκινούσε το αποκριάτικο Γαϊτανάκι.
Μακρυγιάννη απλά μια από τις αθηναϊκές γειτονιές που πήρε το όνομά της από το σπίτι του στρατηγού Μακρυγιάννη, που βρισκόταν στη γωνία των σημερινών οδών Μακρυγιάννη και Αθανασίου Διάκου. Στο σπίτι αυτό, που χτίστηκε το 1834, γευμάτισε ο Όθωνας επιστρέφοντας από την περιοδεία του στη Στερεά Ελλάδα την ίδια χρονιά ήταν, μάλιστα, η πρώτη επίσημη 
πρόσκληση σε γεύμα που έλαβε ο νεαρός βασιλιάς της Ελλάδας. Κι επειδή η Ιστορία αγαπά πολύ τις τραγικές ειρωνείες, επτά χρόνια αργότερα, το 1840, σε αυτό το ίδιο σπίτι πραγματοποιήθηκαν οι μυστικές συναντήσεις των αντιοθωνικών και οργανώθηκε η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου.
Η γειτονιά άρχισε να κτίζεται μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, γύρω από τα κτήματα της οικογένειας του Μακρυγιάννη, τα οποία έφταναν τόσο μακριά, που ένα τμήμα τους παραχωρήθηκε από τον ίδιο τον Γιάννη Μακρυγιάννη στο δημόσιο για τη δημιουργία του κήπου του Ζαππείου.
Μια Αθήνα γεμάτη Ιστορία που φροντίζουν σιγά σιγά να την διαλύσουν και να ξεχαστούν όλα αυτά που δεν έμαθαν ποτέ τα παιδιά μας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου