Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

Γιάννης Ρίτσος - Ἀπροσάρμοστο


Τέτοια ζωὴ μᾶς μέλλονταν, νὰ γράφουμεν ἐπιστολὲς
ποὺ νὰ μὴ στέλνουμε ἀπὸ μίαν ἀξήγητη δειλία
μονάχα νὰ τὶς δένουμε σὲ κορδελίτσες παρδαλὲς
καὶ νὰ τὸ βρίσκουμε καὶ τοῦτο ἀσήμαντη ἀσχολία.

Νὰ πάλλεται βαθιὰ ἡ καρδιά, ποὺ ἄξια εἴτανε γιὰ τὰ καλά,
κι
ὅμως νὰ ζοῦμε πάντοτε στὴ σκοτισμένη ἀφάνεια·
ο
ἱ ταπεινοὶ πατώντας μας νὰ δείχνουν μέτωπο ψηλὰ
κα
ὶ τὰ δικά μας ἄπρεπα νὰ φέρουνε στεφάνια.

Τ
ὸ πρόσωπό μας νὰ φορεῖ φρίκης γκριμάτσα τραγική,
φιλάρεσκα ν
᾿ ἀφήνουμε νὰ λὲν πὼς μᾶς πηγαίνει
ν
ὰ βλέπουμε νὰ φεύγει ἡ ζωὴ μακριά μας ξένη, βιαστικὴ
κα
ὶ νὰ περνᾶμε, ἀθόρυβα μισώντας, μισημένοι.

Τ
ὸ κάθε τί, καὶ πιὸ πολὺ τ᾿ ὄνειρο, νὰ μᾶς τυραγνᾷ
τ
ὰ βλέμματα τῶν διαβατῶν στὰ μάτια μας λεκέδες.
Περήφανοι ν
ὰ δείχνουμε κι ὅμως τὰ χέρια μας τ᾿ ἁγνὰ
ν
ὰ κράτησαν καὶ νὰ κρατοῦν ἀκόμα μενεξέδες.

Ν
ὰ λαχταροῦμε σὰν παιδάκια εὐαίσθητα κι ἀσθενικὰ
- δικαίωση κα
ὶ παρηγοριὰ τῆς ζωῆς μας - τὴν ἀγάπη
κι
ἂν κάποτε τὴ βρήκαμε νὰ μᾶς προσμένει μυστικὰ
ὅμως τὸ χέρι ν᾿ ἁπλωθεῖ ζητώντας την ἐντράπη.

Τ
ὰ μέτρια ν᾿ ἀποφεύγουμε μ᾿ ἀδιάλλαχτην ἀποστροφή,
(
ἀμετανόητοι κυνηγοὶ τοῦ Ὡραίου καὶ τοῦ Ἀπολύτου)
ν
ἆναι μας ἔπαθλο ἡ πληγή, τί μάταιο γνώση μας σοφὴ
-
ἡ χρυσὴ σμίλη δημιουργοῦ, κασμᾶς τοῦ καταλύτου.

Ν
ὰ ξεκινᾶμε τὶς αὐγὲς καὶ πάνω μας μαῦροι οἰωνοὶ
ο
ἱ ἀμφιβολίες νὰ μᾶς κρατοῦν στὴν ἴδια πάλι θέση
κ
᾿ ἐμεῖς μ᾿ ἀηδία νὰ φτύνουμε τὸν ἑαυτό μας ποὺ θρηνεῖ
κα
ὶ νὰ φορᾶμε κόκκινο τῆς ἀνταρσίας τὸ φέσι.

Τότε ν
ὰ ὀνειρευόμαστε μίαν ἀλλαγὴ κ᾿ εὐθὺς ξανὰ
ν
ὰ σκύβουμε, σκλάβοι χλωμοί, σὲ ἱερὴ λατρεία τοῦ πόνου,
τ
ὶς ἧττες ν᾿ ἀνεμίζουμε φλάμπουρα νίκης φωτεινὰ
κι
ἀξιοπρεπῶς νὰ παίρνουμε τὸ λάχτισμα καὶ τοῦ ὄνου.

Καχύποπτοι κα
ὶ μίζεροι μέσα στὰ φρούρια τῆς σιωπῆς
ν
ὰ κλειδωνόμαστε ἄβουλοι, νὰ κάνουμ᾿ ἔτσι χάζι
τ
ὸν κόσμον ἐξετάζοντας πίσω ἀπ᾿ τὸν κύκλο μιᾶς ὀπῆς
καί, θαρραλέοι, σκι
ὰ μικροῦ πουλιοῦ νὰ μᾶς τρομάζει.

Δειλο
ὶ καὶ στὴν ἀγάπη μας μὰ καὶ στὸ μῖσος πιὸ δειλοὶ
κι
ἀνίσχυροι κι ἀσάλευτοι νὰ ζοῦμε ἀνάμεσά τους,
ν
ὰ μᾶς πληγώνουν καὶ τὰ δυὸ καὶ νὰ μετρᾶμε σιωπηλοὶ
στ
ὰ παγωμένα δάχτυλα τοὺς ἴδιους μας θανάτους.

Ἐχθροὺς νὰ ὑποψιαζόμαστε παντοῦ κ᾿ οἱ ὁλόφωτοι οὐρανοὶ
ν
ὰ ἰσκιώνονται ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο μας καί, φεύγοντας κινδύνους,
ν
ὰ ζοῦμε μόνοι πλέκοντας γιὰ τοὺς ἐχθροὺς δημίου σκοινὶ
κα
ὶ νὰ κρεμᾶμε ἐμεῖς ἐμᾶς ἀθῴους ἀντὶ γιὰ κείνους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου