Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Η Αγία Φιλοθέη



Η Αγία Φιλοθέη γεννήθηκε το έτος 1522 μ.Χ. στην τουρκοκρατούμενη τότε Αθήνα. 
Οι ευσεβείς γονείς της ονομάζονταν Άγγελος και Συρίγα Μπενιζέλου. Η μητέρα της ήταν στείρα και απέκτησε την Αγία μετά από θερμή και συνεχή προσευχή.
Ο Κύριος που ικανοποιεί το θέλημα εκείνων που Τον σέβονται και Τον αγαπούν, άκουσε την δέησή της. Και πράγματι, μια ημέρα η Συρίγα μπήκε κατά την συνήθειά της στο ναό της Θεοτόκου για να προσευχηθεί και από τον κόπο της έντονης και επίμονης προσευχής την πήρε για λίγο ο ύπνος. Τότε ακριβώς είδε ένα θαυμαστό όραμα. Ένα φως ισχυρό και λαμπρό βγήκε από την εικόνα της Θεομήτορος και εισήλθε στην κοιλιά της. Έτσι ξύπνησε αμέσως και έκρινε ότι το όραμα αυτό σήμαινε στην ικανοποίηση του αιτήματός της. Έτσι κι έγινε. Ύστερα από λίγο καιρό η Συρίγα έμεινε έγκυος και έφερε στον κόσμο τη μονάκριβη θυγατέρα της.
Μαζί με την Χριστιανική ανατροφή, έδωσαν στην μοναχοκόρη τους και κάθε δυνατή, για την εποχή εκείνη, μόρφωση. Έτσι η Ρηγούλα (ή Ρεβούλα, δηλαδή Παρασκευούλα), αυτό ήταν το όνομά της προτού γίνει μοναχή, όσο αύξανε κατά την σωματική ηλικία, τόσο προέκοπτε και κατά την ψυχή, όπως λέει το συναξάρι της.
Σε ηλικία 14 χρονών, οι γονείς της την πάντρεψαν, παρά την θέλησή της, με έναν από τους άρχοντες της Αθήνας. Αργότερα, αφού πέθαναν οι γονείς και ο σύζυγός της, ήρθε η ώρα να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο πόθο της. Αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στον Χριστό, γίνεται μοναχή και παίρνει το όνομα Φιλοθέη.
Κατ' αρχήν, ύστερα από εντολή του Αγίου Ανδρέα του Πρωτόκλητου, τον οποίο είδε σε όραμα, οικοδόμησε ένα γυναικείο μοναστήρι με αρκετά κελιά, στο οποίο και έδωσε το όνομα του Αγίου για να τον τιμήσει. Στο μοναστήρι πρόσθεσε και άλλα αναγκαία οικοδομήματα και εκτάσεις και το προικοδότησε με μετόχια και υποστατικά, που υπερεπαρκούσαν για τη διατροφή και συντήρηση των μοναζουσών.
Το μοναστήρι αυτό του Αγίου Ανδρέα σωζόταν στην Αθήνα, με τη Χάρη του Θεού, επί πολλά έτη μετά την κοίμηση της Αγίας και ήταν πλουτισμένο, όχι μόνο με υποστατικά και διάφορα μετόχια, αλλά και με πολυειδή χρυσοΰφαντα ιερατικά άμφια και σκεύη, απαραίτητα για τις ετήσιες ιερές τελετές και αγρυπνίες. Προπαντός όμως το μοναστήρι σεμνυνόταν και εγκαλλωπιζόταν με το θησαυρό του τιμίου και αγίου λειψάνου της Αγίας, το οποίο ήταν αποθησαυρισμένο και αποτεθειμένο στο δεξιό μέρος του Ιερού Βήματος, όπου και το ασπάζονταν με ευλάβεια όλοι οι Χριστιανοί. Το τίμιο λείψανο της Αγίας σκορπούσε ευωδία, γεγονός που αποτελούσε εμφανή μαρτυρία και απόδειξη της αγιότητας αυτής.
Το παράδειγμά της, λοιπόν, να αφιερωθεί στον Χριστό, το ακολουθούν και άλλες νέες. Σε λίγο διάστημα, η μονή έφθασε να έχει διακόσιες αδελφές. Η μονή της Οσίας Φιλοθέης γίνεται πραγματικό λιμάνι. Εκεί βρίσκουν προστασία όλοι οι ταλαιπωρημένοι από την σκλαβιά. Εκεί οι άρρωστοι βρίσκουν θεραπεία, οι πεινασμένοι τροφή, οι γέροντες στήριγμα και τα ορφανά στοργή.
Η Οσία, παρά τις αντιδράσεις των Τούρκων, οικοδομεί διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα, νοσηλευτήρια, ορφανοτροφεία, «σχολεα δι τος παίδας τν θηναίων, δι ν’ νοίξη τος φθαλμος ατν πρς τν παράδοσιν κα τν δόξαν τν προγόνων των». Πρωτοστατεί σε όλα αυτά τα έργα η ηγουμένη Φιλοθέη. Διδάσκει με τα λόγια και με τη ζωή της. Στηρίζει τους πονεμένους σκλάβους με την προσευχή της. Ιδιαίτερες είναι οι φροντίδες της για να σώσει από τον εξισλαμισμό ή την αρπαγή των Τούρκων τις νέες Ελληνίδες. Το έργο της, κατά βάση εθνικό και θρησκευτικό, ξεπέρασε τα όρια της Αθήνας και έγινε γνωστό σε όλη την Ελλάδα. Αδιαφιλονίκητη ιστορική επιβεβαίωση για το έργο αυτό παρέχει η αλληλογραφία της Φιλοθέης με τη Γερουσία της Βενετίας (1583 μ.Χ.), από την οποία ζητούσε οικονομική βοήθεια.
Η όλη όμως δράση της Αγίας Φιλοθέης εξαγρίωσε κάποτε τους Τούρκους. Κάποια στιγμή την συλλαμβάνουν και εκείνη με πνευματική ανδρεία ομολογεί: «Εγώ διψώ να υπομείνω διάφορα είδη βασανιστηρίων για το όνομα του Χριστού, τον οποίο λατρεύω και προσκυνώ με όλη μου την ψυχή και την καρδιά, ως Θεό αληθινό και άνθρωπο τέλειο και θα σας χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη αν μπορείτε μια ώρα πρωτύτερα να με στείλετε προς Αυτόν με το στεφάνι του μαρτυρίου». Ύστερα από την ηρωική αυτή απάντηση προς τους κατακτητές, όλοι πίστευαν ότι η πανευτυχής και φερώνυμη Φιλοθέη εντός ολίγου θα ετελειούτο διά του μαρτυρικού θανάτου. Όμως, κατά θεία βούληση, την τελευταία σχεδόν στιγμή πρόφθασαν κάποιοι Χριστιανοί και καταπράυναν τον ηγεμόνα με διάφορους τρόπους. Έτσι πέτυχαν να ελευθερώσουν την Αγία.
Αφεθείσα πλέον ελεύθερη, η Αγία Φιλοθέη, επέστρεψε αναίμακτη στο μοναστήρι της, όπως επί Μεγάλου Κωνσταντίνου ο μυροβλύτης Νικόλαος και πολλούς αιώνες αργότερα ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Φρόντιζε δε, όχι μόνο για τη σωτηρία της δικής της ψυχής αλλά και των άλλων, αφού τους μεν ενάρετους τους στερέωνε στην αρετή, τους δε αμαρτωλούς τους βελτίωνε ηθικά και τους οδηγούσε στη μετάνοια. Και αποκλειστικά για το σκοπό αυτό πέρασε στη νήσο Τζια (Κέα), όπου προ πολλού είχε οικοδομήσει μετόχι, για να αποστέλλει εκεί τις μοναχές εκείνες που φοβούνταν για διαφόρους λόγους να διαμένουν στην Αθήνα. Στην Τζια έμεινε αρκετό χρόνο και κατήχησε θεαρέστως τις ασκούμενες αδελφές στην ακριβή τήρηση των κανόνων της μοναστικής ζωής. Μόλις τελείωσε το έργο της εκεί, επέστρεψε και πάλι στην Αθήνα.
Έτσι λοιπόν, η Αγία Φιλοθέη, αφού έφθασε στην τελειότητα και στην πράξη και στην θεωρία, αξιώθηκε από τον Θεό να επιτελεί θαύματα, από τα οποία, προς απόδειξη του θαυματουργικού της χαρίσματος, θα μνημονεύσουμε ένα μόνο, το ακόλουθο: Ζούσε στην εποχή της ένας νέος, ποιμένας προβάτων, ο οποίος από πολύ μικρός είχε συνηθίσει στις κλεψιές και στις ραδιουργίες. Ο νέος αυτός, κατά παραχώρηση του Θεού, κυριεύθηκε από τον Σατανά. Εξ αιτίας τούτου περιφερόταν στα βουνά και στις σπηλιές γυμνός και τετραχηλισμένος, θέαμα όντως ελεεινό. Πολλές φορές, όταν συνερχόταν από την τρέλα, στην οποία τον είχε οδηγήσει ο Σατανάς, σύχναζε στα γύρω μοναστήρια για να βρει θεραπεία στην ασθένειά του. Δεν μπορούσε όμως να πετύχει τίποτε. Κάποιοι, που τον ευσπλαγχνίστηκαν, τον οδήγησαν στην Αγία Φιλοθέη η οποία, ύστερα από πολύ και εκτενή προσευχή τον λύτρωσε από εκείνη τη διαβολική μάστιγα. Έπειτα, αφού το νουθέτησε αρκετά, τον εισήγαγε και στην τάξη των μοναχών. Και έτσι ο νέος εκείνος, αφού εκάρη μοναχός, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του με μετάνοια και άσκηση, θαυμαζόμενος απ' όλους.
Μάταια οι Τούρκοι προσπαθούν να ανακόψουν την δράση της. Ώσπου μια νύχτα, στις 2 Οκτωβρίου του έτους 1588 μ.Χ., πήγαν στο μονύδριο που είχαν οικοδομήσει στα Πατήσια (έτυχε τότε να εορτάζεται η μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και η Αγία μαζί με τις άλλες αδελφές βρίσκονταν στον ιερό ναό επιτελώντας ολονύκτια αγρυπνία) και πέντε από αυτούς ανέβηκαν στον εξωτερικό τοίχο και πήδησαν μέσα στην αυλή. Στην συνέχεια εισέβαλαν στο ναό, όπου άρπαξαν την Αγία και την μαστίγωσαν με μανία και βαναυσότητα και την εγκαταλείπουν ημιθανή έξω από τη μονή της.
Έξω από το ναό, στα δεξιά της εισόδου του, σώζεται η κολώνα, όπου η Φιλοθέη δέθηκε και μαστιγώθηκε. Οι μοναχές της την μετέφεραν στην κρύπτη της στην Καλογρέζα. Εκεί η Φιλοθέη υποκύπτει στα τραύματά της στις 19 Φεβρουαρίου 1589 μ.Χ.
Είκοσι ημέρες μετά από την κοίμηση της Αγίας, ο τάφος της ευωδίαζε. Ακόμη, όταν μετά από ένα έτος έγινε η ανακομιδή, το τίμιο λείψανό της βρέθηκε σώο και ακέραιο. Επιπλέον ήταν γεμάτο με ευωδιαστό μύρο, τρανή και λαμπρή απόδειξη της θεάρεστης και ενάρετης πολιτείας της, προς δόξα και αίνο του Θεού και καύχημα της πίστεώς μας. Το ιερό λείψανό της βρίσκεται σήμερα στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών. Στο μνήμα της απάνω βρεθήκανε γραμμένα τούτα τα λόγια: «Φιλοθέης υπό σήμα τόδ' αγνής κεύθει σώμα, ψυχήν δ' εν μακάρων θήκετο Yψιμέδων».
H Φιλοθέη ανακηρύχθηκε αγία επί Oικουμενικού Πατριάρχου Mατθαίου B΄ (1595 - 1600 μ.Χ.).

Έθιμα της τελευταίας Αποκριάς, της Τυρινής



Η Κυριακή της Τυρινής είναι τελευταία μέρα πριν τη Σαρακοστή και την ονομάζουμε και Κυριακή της συγγνώμης ή αλλιώς «της από του Παραδείσου της τρυφής εξορίας του Πρωτόπλαστου Αδάμ».
Η εβδομάδα, που μόλις πέρασε, εκείνη μεταξύ της Κυριακής της Απόκρεω και της Κυριακής της Τυρινής, είναι η λεγόμενη και λευκή εβδομάδα, καθώς αυτές τις ημέρες, φάγαμε ψάρι, τυρί, γάλα και αυγά. Ακόμη ,και κάποια παραδοσιακά σατυρικά τραγούδια μεταφέρουν το θέμα του αποχαιρετισμού του τυριού (Τύρος) και του καλωσορίσματος του κρεμμυδιού και του πράσου.
Τα έθιμα της αποκριάς, της μεγάλης ανοιξιάτικης γιορτής που κρατάει ουσιαστικά τρεις βδομάδες, έχουν πολλές προεκτάσεις. Δεν είναι μόνο ο ανανεωτικός και θρησκευτικός χαρακτήρας τους. Έχουν και έναν βαθύτατα κοινωνικό χαρακτήρα. Αυτό άλλωστε σηματοδοτούν, πέραν των άλλων, και οι μεταμφιέσεις.
Ιδιαίτερα τα έθιμα της τελευταίας Αποκριάς, της Τυρινής, έχουν και ένα σημαντικό κοινωνικό αλλά και οικογενειακό χαρακτήρα. Παλαιότερα περισσότερο, αλλά ακόμα και σήμερα σε πολλές περιοχές της ελληνικής υπαίθρου, η τελευταία μεγάλη Αποκριά δίνει την ευκαιρία να αναζωογονηθούν και να ενισχυθούν οι οικογενειακοί και γενικότερα οι συγγενικοί δεσμοί, να εκφραστεί ο σεβασμός των νεοτέρων προς τους ηλικιωμένους, ιδιαίτερα των νιφάδων προς τα πεθερικά, να σμίξουν απομακρυσμένοι συγγενείς και να περάσουν ευχάριστα λίγο πριν από τη μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής.
Πανελλήνιο ήταν και είναι το έθιμο της τελευταίας Κυριακής των Αποκριών, της Τυρινής , επειδή παραδοσιακά δεν επιτρεπόταν η κατανάλωση κρέατος αλλά μόνο τυριού, γάλακτος, ζυμαρικών και των παραγώγων τους, να συγκεντρώνονται οι συγγενείς σε συγγενικό σπίτι, να τρώνε και να διασκεδάζουν όλοι μαζί, συνήθως το βράδυ της Τυρινής, αν και παλιότερα συνηθιζόταν και τις προηγούμενες Κυριακές, την Κρεατινή αλλά και την αμέσως προηγούμενη. Όμως η αστική ανάπτυξη περιόρισε το έθιμο στην τελευταία ημέρα των Αποκριών. Η χαλάρωση των οικογενειακών και συγγενικών σχέσεων επηρέασε αρνητικά και αυτά τα έθιμα.
Συνήθως η συγκέντρωση γινόταν στο σπίτι των πιο ηλικιωμένων, που δεν ήταν εύκολο να μετακινηθούν, δηλαδή των γονιών ή πεθερικών. 
Αν είχαν αποβιώσει, η συγκέντρωση γινόταν εκ περιτροπής σε συγγενικά σπίτια. Μαζεύονταν μέχρι και δέκα οικογένειες, δηλαδή παντρεμένα παιδιά με τις οικογένειές τους, και "αποκρεύανε" έτρωγαν, τραγουδούσαν, μεταμφιέζονταν, χόρευαν ως το ξημέρωμα.
Έφερναν μαζί τους τα φαγώσιμα που είχαν περισσέψει από το μεσημέρι και επίσης φρούτα, γλυκά, πίτες, αυγά. Η συγκέντρωση ήταν σχεδόν υποχρεωτική, έρχονταν ακόμα και παιδιά παντρεμένα σε γειτονικό χωριό.
Το θεωρούσαν "γουρσουζιά" να μην βρεθούν στο οικογενειακό πανηγύρι.
Το κατεξοχήν φαγητό της τελευταίας Αποκριάς είναι τα μακαρόνια ή "μακαρούνες". Παλαιότερα τα μακαρόνια έπρεπε οπωσδήποτε να είναι σπιτικά, τα έφτιαχναν οι νοικοκυρές με μεγάλη τέχνη και δεξιότητα. Αν και ο κανόνας ήταν τα φαγητά να τα φέρνουν από τα σπίτια, σε ορισμένα μέρη τη μακαρονάδα την έφτιαχνε απαραιτήτως η γιαγιά με δικά της έξοδα.
Πριν αρχίσει το φαγητό, ή και κατόπιν, οι συγγενείς ζητούσαν «Συγχώρεση» από τους πιο ηλικιωμένους κι αλληλοσυγχωρούνταν ώστε να αρχίσουν τη Σαρακοστή με καθαρή καρδιά και ήσυχη συνείδηση.
Επομένως η συνάντηση αυτή των συγγενών, αλλά και των φίλων και γειτόνων, που δεν έλειπαν από τη συγκέντρωση, απέβλεπε στην αμοιβαία αποδοχή και στην ανανέωση των συγγενικών και φιλικών δεσμών.
Το γλέντι γινόταν με επίκεντρο το "τραπέζι". Το γέμιζαν με όλα τα αγαθά και, πριν αρχίσει το φαγητό, οι πιο ηλικιωμένοι το σήκωναν με τα χέρια τους και έλεγαν ευχές, π.χ. "άξια η τάβλα μας, άξια και τιμημένη" κ.ά. Δεν έπρεπε να ξεστρωθεί μέχρι την άλλη μέρα. Όλη τη νύχτα έτρωγαν σ' αυτό και διασκέδαζαν. 
Στη Μήλο λένε πως το τραπέζι πρέπει να μείνει όλη τη νύχτα στρωμένο, για να "πάει να φάει το στοιχειό του σπιτιού".
Ανάμεσα στα αποκριάτικα τραγούδια τους ήταν και το γνωστό "πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαβόλου οι καλόγεροι", τραγούδι με έντονο σεξουαλικό και γονιμικό συμβολισμό, και στο χορό τους θεωρούνταν καλό να συμμετέχουν και οι ηλικιωμένοι, πιστεύουν πως "είναι καλό" να χορέψουν και να φωνάξουν οι γέροι κι οι γριές "για να γεννούν τα μπαμπάκια".
Έλεγαν αστεία, ανέκδοτα, ιστορίες και τραγούδια το "καλεί η ημέρα", λένε, συνήθεια με έντονο διονυσιακό χαρακτήρα και συμβολισμό όπως οι περισσότερες αποκριάτικες εκδηλώσεις άλλωστε.
Έκαναν μαντείες για να δουν τους τυχερούς της Σαρακοστής και όλης της χρονιάς. Π.χ. οι ανύπανδρες κοπέλες έπαιρναν ένα μακαρόνι ή ψίχουλα απ' το τραπέζι και τα έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι για να δουν ποιον θα παντρευτούν. Στην Ηλεία οι ανύπανδροι, νέοι και νέες, έπαιρναν ένα αυγό, έβγαιναν και το ξεφλούδιζαν έξω, κοιτάζοντας τα άστρα, κι αν έβλεπαν κάποιο τους να κινείται, πιστεύανε πως θα παντρευτούν μέσα στο χρόνο και μάλιστα προς τη μεριά του αστεριού.
Το πιο διασκεδαστικό και πανελλήνια γνωστό έθιμο ήταν του "χάσκα", "χάσκαρη", "χάψαρου", "χάψαλου", ένα παιχνίδι με αυγό καθαρισμένο, σπανιότερα ακαθάριστο. Έδεναν το αυγό με μια κλωστή από το ταβάνι και κάποιος το στριφογύριζε. Όποιος το έπιανε με το στόμα ήταν ο τυχερός. Αλλού το αυγό έδεναν με κλωστή σε ένα μακρύ ξύλο που το κουνούσε ο νοικοκύρης. Αλλού πάλι προσπαθούσαν να το πιάσουν τα παιδιά με το στόμα, γονατιστά και με δεμένα τα χέρια.
Θεωρούσαν καλό να "βουλώσουν" το στόμα τους με αυγό και να το "ξεβουλώσουν" το Πάσχα πάλι με αυγό. Στην Κοζάνη πιστεύουν ότι το "αντέτι", δηλαδή το έθιμο με το αυγό, το κάνουν "για να γίνουν η βρίζα και το στάρι".  Αυτό εξηγείται από την αναζωογονητική δύναμη του αυγού ως φορέα ζωής.
Σε ορισμένες περιοχές κυλούσαν αυγά πάνω στο τραπέζι και εύχονταν να κυλήσει η Σαρακοστή εύκολα όπως και αυτά. Διασκεδαστικό ήταν και ένα έθιμο στην Πυλία της Μεσσηνίας, μέσα σε ένα ανοιχτό δοχείο με γιαούρτι έριχναν ένα νόμισμα που οι συναγωνιζόμενοι έπρεπε να το πιάσουν με τα δόντια. Φυσικά πασαλείβονταν με γιαούρτι, προκαλώντας τη γενική ιλαρότητα. Γενικά τα περισσότερα έθιμα έχουν και ένα ευετηρικό χαρακτήρα (
δηλαδή δραματικές παραστάσεις που ανέπτυξαν οι γεωργοκτηνοτροφικές κοινωνίες),  όπως και τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς.
Ένα ιδιαίτερο έθιμο γινόταν στην Κρήτη. Η νοικοκυρά το τυρί που περίσσευε από την Τυρινή το φυλούσε και το έπαιρνε μαζί της στην Ανάσταση, κι όταν ο παπάς έλεγε το "Χριστός Ανέστη" το μοίραζε στους συγγενείς, για να μη βγάζουν καλόγερους (δοθιήνες).
Ακόμα πολλοί μεταμφιέζονταν στο γλέντι της Τυρινής και επισκέπτονταν φιλικά σπίτια. Γινόταν μεγάλη φασαρία με γέλια και αστεία, οι επισκέψεις ανταποδίδονταν κι ύστερα όλοι ξαναγύριζαν στο δικό τους γλέντι για να συνεχίσουν μέχρι τα ξημερώματα.

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Η εορτή τον ερωτευμένων



Σε λίγες ημέρες θα κτυπήσει το κουδούνι και θα μας επισκεφθεί η ημέρα της
αγάπης… Καρδούλες, λουλούδια, μικρά δώρα έχουν την τιμητική τους. Σας προλαβαίνω φίλοι μου μην ξεχάσετε τις φίλες μας γιατί, αλίμονο σας από την κρεβατομουρμούρα …
Η εορτή τον ερωτευμένων είναι μια ξενόφερτη γιορτή μακριά από τα Ελληνικά ήθη και έθιμα, όμως την τόσο ονειρεμένη για όλους τους γήινους πρωταγωνιστές που απλά την οικειοποιήσαμε και αυτή στα μέτρα μας. Πώς ξεκίνησε και από πού, θα σας πω..
Η ταύτιση του εορτασμού της μνήμης του Αγίου Βαλεντίνου με την Ημέρα των Ερωτευμένων ξεκίνησε από την Αγγλία του ύστερου Μεσαίωνα, έχοντας παγανιστικές και χριστιανικές αναφορές.
Στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, από τις 13 έως τις 15 Φεβρουαρίου, γιόρταζαν τα Λουπερκάλια προς τιμή του θεού Φαύνου (του Πάνα των Ελλήνων). Οι Ρωμαίοι θυσίαζαν κατσίκια και σκυλιά, ενώ νεαρά αγόρια χτυπούσαν με λωρίδες από δέρμα κατσίκας τις νεαρές κοπέλες για να τους μεταδώσουν τη γονιμότητα. Μία ανάλογη γιορτή υπήρχε και στην Αρχαία Αθήνα τον μήνα Γαμηλιώνα (αντιστοιχούσε στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου και το πρώτο του Φεβρουαρίου), τα Θεογάμια, προς τιμή του Δία και της Ήρας.
Η γιορτή καταργήθηκε από την Εκκλησία τον 5ο αιώνα μ.Χ., ως ειδωλολατρική. Στη θέση της «14 Φεβρουαρίου» μπήκε ο εορτασμός της μνήμης του Αγίου Βαλεντίνου, μάρτυρα της χριστιανικής πίστης από τη Ρώμη, με απόφαση του Πάπα Γελάσιου. Ο Βαλεντίνος, σύμφωνα με τον θρύλο, υπήρξε ιερωμένος του 3ου αιώνα, ο οποίος σε πείσμα των αυτοκρατορικών διαταγών δεχόταν να παντρέψει νεαρούς στην ηλικία ερωτευμένους, γλιτώνοντας με αυτό τον τρόπο τους άρρενες από τη στρατιωτική θητεία. Με άλλα λόγια, επρόκειτο για πραγματικό προστάτη των ερωτευμένων και των αντιρρησιών συνείδησης, θα λέγαμε σήμερα! Ένας άλλος θρύλος λέει ότι όσο καιρό ο Βαλεντίνος ήταν μέσα στη φυλακή, αρνούμενος να αποκηρύξει την πίστη του, ερωτεύτηκε την τυφλή κόρη του δεσμοφύλακά του, στην οποία μάλιστα έστειλε κι ένα γράμμα με την υπογραφή: 
«Με αγάπη από τον Βαλεντίνο σου».
Τη νοηματοδότηση που έχει σήμερα η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου την απέκτησε, γύρω στον 14ο αιώνα. Την πρώτη γραπτή αναφορά την έχουμε το 1382 στο ποίημα Το Κοινοβούλιο των Πτηνών (Parlement of Foules) του πατέρα της αγγλικής λογοτεχνίας Τζέφρι Τσόσερ. Το ποίημα των 699 στίχων είναι ένα εμπνευσμένο από την παράδοση, κατά την οποία κάθε χρόνο την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου τα πουλιά συγκεντρώνονται μπροστά στη θεά της φύσης για να διαλέξουν ερωτικούς συντρόφους «...for this was Saint Valentine's Day, when every bird cometh there to choose his mate...».
Στις αρχές του 17ου αιώνα η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου ως Γιορτή των Ερωτευμένων θα πρέπει να ήταν αρκετά γνωστή στην Αγγλία, αν λάβουμε υπόψη μας τη σχετική αναφορά στον Άμλετ του Σέξπιρ (Τραγούδι της Οφέλιας από την 4η πράξη, 1916
«Καλό πρωί!
Είναι σύσκοτο.
Τον Άγιο Βαλεντίνο γιορτάζω κι ήρθα κόρη εδώ
στο παραθύρι σου να ιδώ
ταίρι με σε αν θα γίνω.
Σηκώθη ο νιος και ντύνεται κι ευτύς την πόρτα ανοίγει
και μπαίνει μέσα η κορασιά,
που κορασιά δε θά 'ναι πλιά,
όταν απόκει φύγει.»
Το 1840 ήταν κοινός τόπος η ανταλλαγή, μεταξύ των ερωτευμένων, μικρών χειρόγραφων σημειωμάτων με ευχές «valentines». Το ίδιο χρονικό διάστημα η γιορτή διαδόθηκε και στην Αμερική, όπου η ανταλλαγή ευχετήριων καρτών βοηθήθηκε από τη βιομηχανοποίηση και τα φθηνά ταχυδρομικά τέλη.
Με την πάροδο του χρόνου το επιχειρηματικό δαιμόνιο και η πολιτιστική επιβολή των αγγλοσαξόνων έδωσαν στη γιορτή τον οικουμενικό χαρακτήρα που γνωρίζουμε σήμερα.
Τα τελευταία χρόνια η εμπορευματοποίηση της γιορτής έχει φθάσει στο κατακόρυφο. Μετά τις κάρτες, τις ηλεκτρονικές κάρτες μέσω Ιντερνέτ, τα λουλούδια και τα σοκολατάκια, σειρά έχει η βιομηχανία των κοσμημάτων να οικειοποιηθεί την ημέρα των ερωτευμένων. Ο τζίρος του Αγίου Βαλεντίνου μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεπέρασε το 2010 τα 15 δισεκατομμύρια δολάρια.
Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, την Ημέρα Αγίου Βαλεντίνου αναμένεται να διακινηθούν περίπου 224 εκατομμύρια τριαντάφυλλα σε όλο τον κόσμο, ενώ, μόνο στις ΗΠΑ, θα αγοραστούν περίπου 180 εκατομμύρια ευχετήριες κάρτες για ερωτευμένους.
Η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου προκαλεί αντιδράσεις στον μη Χριστιανικό κόσμο. Στην Ινδία οι φανατικοί ινδουιστές και μουσουλμάνοι αντιτίθεται στη γιορτή. Τη θεωρούν πολιτιστικό μίασμα και προϊόν της παγκοσμιοποίησης. Στο Πακιστάν, το τοπικό ισλαμικό κόμμα ζητά την κατάργησή της, καθώς, όπως υποστηρίζει, αντιβαίνει τον Ισλαμικό Πολιτισμό. Την ίδια άποψη έχουν και οι συντηρητικοί κύκλοι του θεοκρατικού Ιράν.
Η ελληνική εκδοχή της Γιορτής των Ερωτευμένων είναι ο Άγιος Υάκινθος.
Ο Άγιος Βαλεντίνος δεν μνημονεύεται πουθενά στο ορθόδοξο εορτολόγιο και, όπως ήταν φυσικό, η ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν τον παραδέχτηκε. Ο άγιος αυτός είναι για μας ανύπαρκτος.
Είναι μια μυθοπλασία δυτικής προέλευσης, δηλώνουν άνθρωποι της Εκκλησίας. Με τη σειρά της και η Καθολική Εκκλησία στην αναθεώρηση του γενικού εορτολογίου της το 1969 υποβίβασε την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου σε τοπική εορτή, επειδή δεν γνώριζε σχεδόν τίποτα για τον βίο του, παρά μόνο ότι ετάφη στη Βία Φλαμίνια της Ρώμης στις 14 Φεβρουαρίου.
Όταν, όμως, ο ξενόφερτος άγιος άρχισε να μπαίνει για τα καλά και στη ζωή των Ελλήνων και η ημέρα αυτή να καθιερώνεται και στη χώρα μας ως η ημέρα των ερωτευμένων στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 με πρωτοβουλία των ανθοπωλών, εκπρόσωποι της Εκκλησίας πρότειναν οι Έλληνες ερωτευμένοι να τιμούν και να γιορτάζουν αγίους που υπάρχουν στο ορθόδοξο εορτολόγιο.
Το 1994, ο τότε εκπρόσωπος Τύπου της Ιεράς Συνόδου, Γιάννης Χατζηφώτης, πρότεινε να καθιερωθεί ως ημέρα των ερωτευμένων η γιορτή του Αγίου Υακίνθου, που τιμάται στις 3 Ιουλίου. Ο Υάκινθος καταγόταν από την Καισάρεια της Καπαδοκίας και υπηρετούσε ως κουβικουλάριος (θαλαμηπόλος) του ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού. Άνθρωπος εμπιστοσύνης του αυτοκράτορα, ο Υάκινθος προσηλυτίσθηκε στον Χριστιανισμό, προκαλώντας την οργή του Τραϊανού, που όταν το έμαθε διέταξε να τον φυλακίσουν χωρίς να του δίνουν καθόλου φαγητό, εκτός κι αν ήθελε να φάει ειδωλόθυτα. Σαράντα μέρες πέρασε έτσι ο Υάκινθος, χωρίς να αγγίξει τα ειδωλόθυτα. Την 41η, όμως, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο, σε ηλικία 20 ετών.
Στην καθιέρωση της 3ης Ιουλίου ως ημέρα του έρωτα και της ποίησης πρωτοστάτησε ο γνωστός τραγουδοποιός από τα Ανώγεια της Κρήτης, Λουδοβίκος των Ανωγείων, που μαζί με ανθρώπους του πνεύματος και των γραμμάτων προχώρησαν στην ανέγερση ενός ναού σε μια πανέμορφη τοποθεσία, σε υψόμετρο 1.200 μέτρων στον Ψηλορείτη. Μπροστά από το εκκλησάκι αυτό, που είναι το μοναδικό στην Ελλάδα αφιερωμένο στον Άγιο, κάθε καλοκαίρι πραγματοποιούνται εκδηλώσεις με την επωνυμία «Υακίνθεια».
Το 2000 ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, στην προσπάθειά του να φέρει πιο κοντά τη νεολαία στην Εκκλησία, πρότεινε να εορτάζεται η γιορτή των ερωτευμένων στις 13 Φεβρουαρίου, ημέρα που η Ορθοδοξία τιμά τη μνήμη των Αποστόλων Ακύλα και Πρίσκιλλας, ενός ενάρετου ζευγαριού Ιουδαίων σκηνοποιών, που ζούσε στην Κόρινθο και ασπάστηκε τον Χριστιανισμό.
Υπάρχει και μια τρίτη πρόταση, μάλλον από αρχαιόπληκτους, να εορτάζονται ως προστάτες των ερωτευμένων στις 14 Φεβρουαρίου ο πολυμήχανος Οδυσσέας και η πιστή του Πηνελόπη. 
Όπως και ότι και να λένε οι μύθοι, σήμερα παγκοσμίως γιορτάζουμε την γιορτή τον ερωτευμένων. Μια γιορτή για το πιο όμορφο και αληθινό ανθρώπινο συναίσθημα που λίγοι μπορούν ή καλύτερα έχουν γευτεί το αληθινό όνειρο της πραγματικής αγάπης. Μια αγάπη ανιδιοτελή χωρίς εγώ και εσύ παρά ένα βέλος μια πνοή ένα σώμα.. αυτός είναι ο άγιος Βαλεντίνος να μας χαρίσει το όνειρο της αγάπης.. Γι αυτό μην θυμώνετε αν δεν λάβετε μεγάλης αξίας δώρα, το καλύτερο απ όλα είναι ..
«Μια αληθινή αγκαλιά, ένα ζεστό γλυκό φιλί και μια σάρκα που να ενώνει την ψυχή μας στο αληθινό όνειρο»